Προμετωπίδα

Οι λέξεις είναι το ισχυρότερο όργανο δημιουργίας. Κάθε πιθανός συνδυασμός τους έχει την απόλυτη, τη μοναδική δύναμη να ονομάσει τα πράγματα και τα φαινόμενα, θεμελιώνοντας έτσι τη βάση της ανθρώπινης σκέψης. Η υπόγεια διαδρομή των λέξεων, Δεκέμβριος 2009, Γιάννης Πολιτόπουλος

VoicesNet

The winner of the March 2011 VoicesNet Writing Contest is "The look of the rain", a short story by Γιάννης Πολιτόπουλος of Greece.

Τρίτη, 29 Αυγούστου 2017

The day of silence

As long as Kids die
my words are nothing

As long as kids are hungry
my dreams are naked

As long as kids can’t dream
my feelings are tears

We are nothing
while kids can’t laugh

We need the day of silence
until we stop the nothing

Hey Friends, look at the sun,
a light burns our wrongs

Yannis Politopoulos

Κυριακή, 27 Αυγούστου 2017

Η μικρή απώλεια

          Ένας τριγμός στα σωθικά της γλώσσας είναι συχνά αρκετός, για να καταχωρηθεί μια κατάσταση ως γενόμενη στη ζώσα μνήμη ενός ανθρώπου.
          Και προέκυψε ως τέτοιος ο τριγμός μιας παράλληλης σχέσης με τα πράγματα στη ζωή της γυναίκας εκείνης που συνήθιζε να χάνει ή να ξεχνά αντικείμενα.
          Οι απώλειες συνήθως δεν της είχαν επιφέρει κανένα άλλο συναίσθημα παρά μόνο μια στιγμιαία ποικιλία λύπης.
          Όμως το πιο μικρό, το πιο ασήμαντο και καθημερινό αντικείμενο στάθηκε ικανό να εκκινήσει πληθώρα γεγονότων κι έξαρση συναισθημάτων. Ουσιαστικά αποτέλεσε το έναυσμα αλλά και την πλοκή της ιστορίας.
          Ζώντας σε μια πόλη χωρίς κανένα ιδιαίτερο χρώμα πλην του εναπομείναντος γαλάζιου της θάλασσας, η γυναίκα αυτή, το ίδιο όμορφη και στον ήλιο και στο φεγγάρι απώλεσε για ακόμη μία φορά τον αναπτήρα της.
          Φυσικά, αυτή η απροσεξία της δεν της άλλαξε κανένα σχεδιασμό. Δεν ήξερε όμως, Αγνοούσε ακόμη πως ο μύθος ενυπάρχει σε κάθε αντικείμενο.
          Ήταν ένα μικρό κόκκινο αναπτηράκι που πολλές φορές είχε σφίξει στην παλάμη της. Και η αίσθηση αυτή της είχε αρέσει, καθώς ήταν αθώα και συνάμα ολοκληρωτική. Και καθώς η απώλεια αυτή ταυτίστηκε χρονικά με την επάνοδό της στην απροστάτευτη ζωή των δρόμων.
          Γιατί μετά από μία περίοδο πλησμονής και εσωτερικής αναζήτησης η γυναίκα περπάτησε ξανά στους δρόμους της πόλης αναζητώντας υποσυνείδητα την πραγμάτωση ενός μύθου.
          Η βόλτα που επιχειρούσε, ήταν σαν την πορεία ενός γυναικείου χεριού στο γνώριμο μέτωπο ενός παιδιού, του δικού της παιδιού.
          Και μάλιστα, η πορεία της γυναίκας, αυτό το στροβίλισμά της στις εκδοχές των δρόμων της πόλης συνοδεύτηκε από σκέψεις που κύλισαν μέσα της με ένα ρυθμό ασυνάρτητης ουράνιας βροχής.
          Μέχρι την απροσδόκητη στιγμή που πάτησε ένα αντικείμενο και σκύβοντας να δει τι ακριβώς ήταν, διαπίστωσε πως είχε χαλάσει άθελά της ένα αναπτηράκι σαν το δικό της αλλά σε άσπρο χρώμα. Ένα αναπτηράκι που κάποιος άλλος είχε χάσει, όπως κι η ίδια.
          Αυτή η ξαφνική της ταύτιση με τη ζωή και τη συμπεριφορά ενός άλλου, ενός άγνωστου ανθρώπου κατέστη ξαφνικά ικανή να μεταστρέψει τη δική της συμπεριφορά.
          Η γυναίκα πήρε το χαλασμένο πια αναπτηράκι, το σκούπισε με το μαντήλι της και το έσφιξε με αγάπη μέσα στην παλάμη του χεριού της.
          Ήταν η στιγμή που αποφάσισε πως ποτέ πια δε θα έχανε ένα προσωπικό αντικείμενο.
Γιάννης Πολιτόπουλος  

Δευτέρα, 21 Αυγούστου 2017

Η πρωτόλεια αλλαγή

          Μέχρι εκείνη τη στιγμή πάντα νόμιζε λάθος. Λάθος οι σκέψεις, λάθος οι  υποσχέσεις, υποθετικές οι αναζητήσεις και ουτοπικές οι απαντήσεις της.
          Δεν είχε κατορθώσει ποτέ να υπερβεί την επιφάνεια των πραγμάτων. Έτσι, αγνοούσε ακόμη την τιτάνια δύναμη εκείνου του σημείου της τελειότητας στο πόδι της. Εκεί όπου μια φεγγαραχτίδα είχε κάποτε εναποθέσει το δάκρυ μιας παλιάς αλλά αυθεντικής ελπίδας.
          Το σημείο εκείνο που ήταν η απαρχή μιας ακόμη έμπνευσης για τη γραφή του σώματος.
          Το σημείο της τελικής κατάφασης της γραφής σε ένα απροσδόκητο μέλλον που περίμενε καιρό να διεισδύσει στο βλέμμα της.
          Άλλωστε, πολλές φορές είχε ταλαντώσει τα ελαστικά της δάχτυλα με τα πράσινα νύχια δείχνοντας προς το εμβρόντητο παράθυρό της Άνοιξης.
          Με τον τρόπο αυτό η καρδιά της πετούσε στη μοναξιά του τυχαίου ζευγαρώματος. Εκεί πρωτοσυναντούσε σκέψεις και σιωπές της πιο καταγάλανης θάλασσας.
          Όπως τότε που το τριπλό χάδι του ανέμου αγκάλιασε ένα γυμνό όνειρό της τυλίγοντάς την στη συμμετρία της πιο τέλειας ζωής. Γιατί δεν άργησε να φιληθεί από καυτά χείλη το σημείο της θηλυκής της τελειότητας ακριβώς εκεί, πάνω από το φιλντισένιο αστράγαλο του δεξιού ποδιού της.
          Ήταν ένα φιλί λατρείας, ένα φιλί παθιασμένο με τη βεβαιότητα της ομορφιάς. Ένα σάρκινο φιλί που κράτησε για ώρα μετατρέποντας τη γυναίκα σε απόλυτη θεά της θηλυκότητας.
          Από την ώρα της πραγμάτωσης της πράξης αυτής, η γυναίκα δεν έκανε ποτέ πια λάθος. Γιατί βίωνε σε όλο το σάρκινο πέπλο της αστείρευτης θηλυκότητάς της την απόλυτα δικαιολογημένη έπαρση της ύπαρξης που αξίζει να αποθεώνεται όπως κάθε φυσικό θαύμα που εισχωρεί στο ανθρώπινο βλέμμα.
          Δεν υπήρχαν πια ούτε ερωτήσεις ούτε απαντήσεις. Η θηλυκότητα είχε απομακρύνει κάθε πιθανό λάθος από τη ζωή της γυναίκας.
          Τα φιλιά εναλλάσσονταν στα πόδια της σαν καλοκαιρινές ηλιαχτίδες που ζωγραφίζουν στην άμμο.
          Η γυναίκα ήταν αδύνατο να μετρά τα άπειρα βλέμματα θαυμασμού που κατέληγαν στα πόδια της ικετεύοντας σιωπηλά ένα δικό της πασίχαρο βλέμμα.
          Τις νύχτες μάλιστα ακόμη και οι φεγγαρένιες αχτίδες τρεμόπαιζαν πάνω στα πόδια της νανουρίζοντας τη θηλυκότητα των ονείρων της.
          Και κάθε πρωϊνό η γυναίκα ετοιμάζονταν με ένα διάπλατο χαμόγελο να βιώσει ακόμη μια ημέρα αποθέωσης, ακόμη μια ημέρα μακριά από τα λάθη του παρελθόντος ως η θεά της πιο πρωτόλειας θηλυκής αλλαγής.

Γιάννης Πολιτόπουλος

Πέμπτη, 10 Αυγούστου 2017

Before the beginning

Everywhere
in the universe

Everywhere
in the unknown

There is
a living silence

There are
all the dreams
waiting for the end
of the beginning

Between the universes
exist ourselves
together like a new universe

Yannis Politopoulos

Τρίτη, 8 Αυγούστου 2017

Η λέξη που ταξιδεύει

          Με τη βεβαιότητα μιας συνεχούς, αδιάκοπης σχεδόν, εναλλαγής στα ποικίλα ανθρώπινα χείλη η λέξη αυτής της ιστορίας αρχίζει την περιπλάνησή της.
          Τη λένε ενόραση κι αποτολμά να πηγαινοέρχεται σε όλα τα ανθρώπινα χείλη. Γιατί είναι η ίδια το πηγαίο νόημα μιας άμεσης γνώσης δίχως καμία αναγκαιότητα επεξεργασίας.
          Πρωταρχικά ταξιδεύει στα χείλη μικρού παιδιού που την προφέρει κι ας μη γνωρίζει ακόμη με πλήρη ακρίβεια το νόημά της.
          Έπειτα προστίθεται στα χείλη εφήβων, αγοριών και κοριτσιών, κι εκεί ενεδρεύει για την πιο πηγαία ανθρώπινη ενασχόληση, αυτή της φιλίας.
          Κατόπιν, από τα χείλη ενός φοιτητή εκκινεί τη διαδικασία γραφής ενός ποιήματος.
          Κι όταν το ποίημα καταλήγει στη σκιά του βλέμματος μιας νεαρής γυναίκας, τότε μορφοποιεί ένα ολοκαίνουριο είδος αγάπης.
          Για να μεταβληθεί αμέσως μετά σε απάνεμη παραλία μιας μεσήλικης αγάπης, τόσο ισχυρής όμως που μπορεί να αναδεύει τη σημαία του εμβρόντητου ερχομού.
          Καθώς η ίδια η λέξη ενηλικιώνεται ασταμάτητα παρατηρώντας τα σύμφωνα και τα φωνήεντα που τη συνιστούν, να προορίζονται για το ίδιο το ατέλειωτο ταξίδι των άπειρων εκδοχών της ζωής.
          Διότι η λέξη αυτή αποκαλύπτει κάθε μέρα στα μικρά παιδιά που διαβάζουν, πως οι εκδοχές της ζωής είναι αδύνατο να μετρηθούν με την πενιχρή δύναμη των αριθμών.
          Αφού και οι αριθμοί μία άλλη εκδοχή της απεραντοσύνης είναι.
          Απομένει τότε το κενό, το οποίο κι αυτό ως λέξη επιχειρεί τον εμπλουτισμό του με την ενεργοποίηση εκείνου του άυλου αισθήματος, το οποίο τα ανθρώπινα χείλη καλούν έρωτα.
          Η ενόραση λατρεύει άλλωστε και το κενό όπως και κάθε πιθανή μορφή αυθύπαρκτης εκδοχής ζωής.
          Διότι το ταξίδι της λέξης αυτής, όπως κι όλων των λέξεων – ειδικά της Ελληνικής Γλώσσας – , αποτελεί ένα πηγαίο δάκρυ αναζωογονητικής ενθάρρυνσης  του αγώνα της ανθρώπινης σκέψης.
          Και να που οι λέξη ενόραση έφτασε στα χείλη μου. Στα χέρια μου κι από εκεί στη σελίδα της γραφής, η οποία σύντομα θα γίνει οπτικό φιλί στα μάτια των αναγνωστών.
          Ώστε να επιβεβαιώνεται η ύπαρξη του αέναου της επικοινωνίας, όπως η ίδια η ένσαρκη δημοσίευση των σκέψεων που δημιουργούνται στα ενδότερα κάθε ψυχής.

Γιάννης Πολιτόπουλος

Πέμπτη, 3 Αυγούστου 2017

Το πηγαίο δάκρυ

Απομεσήμερο. Σε μια γωνιά αναμνήσεων ένα αγόρι σφαλίζει τα μάτια. Γίνεται σιωπή. Τα πρόσωπα των ανθρώπων κοιτάζουν ανέκφραστα. Κοιτάζουν το αγόρι με τα σφαλιστά βλέφαρα και τα μακριά ξέπλεκα μαλλιά. Κοιτάζουν για ώρα πολύ, αλλά δεν βλέπουν τίποτα περισσότερο από αυτό που οι ίδιοι θα ήθελαν να αντικρίζουν για όλη τους τη ζωή. Νομίζουν ότι κοιτάζουν, αλλά στην πραγματικότητα πραγματοποιούν μια κινηματογραφική καταγραφή των δικών τους επιθυμιών προβάλλοντάς τες πάνω στην ακινησία των κλειστών βλεφάρων.
          Μόνο ένα κορίτσι συμμερίζεται την έμψυχη σιωπή των χειλιών του αγοριού. Ένα κορίτσι με κοντά μαύρα μαλλιά σμιλεμένα με φεγγαρόφωτο μιας αιώνιας παρθενικής άνοιξης που ενεδρεύει τα όνειρά του. Ένα κορίτσι που απέχει από τη γύμνια των πεζών ημερών της μίζερης ανθρωπότητας των απαρχών του εικοστού πρώτου αιώνα.
          Είναι το κορίτσι που προβάρει στο βλέμμα του το φιλί που την ίδια στιγμή ονειρεύεται το αγόρι με τα κλειστά μάτια.
          Το κορίτσι θα ήθελε πολύ να προφέρει λέξεις στην προκυμαία ενός φιλιού. Αδυνατεί όμως να βρει τις δύο τελευταίες λέξεις ενός αγέννητου ακόμη ποιήματος. Του ποιήματος που θα μπορούσε να επαναφέρει το φως στο αδιόρατο βλέμμα του αγοριού.
          Το φως λιμνάζει ακόμη περιμένοντας το σκοτάδι, αναμένοντας τη νύχτα και τις ευεργετικές της ιδιότητες, όπως αυτή που κάνει τα πρόσωπα να φαίνονται άτρωτα, ελκυστικά, σχεδόν ανθρώπινα και στην πιο ακραία λύπη τους.
          Το κορίτσι κοιτάζει το αγόρι και ξαφνικά απλώνει ένα μικρό πηγαίο χαμόγελο μπροστά στο παράθυρο. Είναι η πρώτη ερωτική του πράξη μπροστά στο ακίνητο σώμα του αγοριού που αγνοεί πως χωρίς ποτέ να το επιδιώκει, γίνεται η ενσάρκωση ενός κοριτσίστικου πόθου ικανού να συντρίψει για πάντα τη γραμμοσκιασμένη μελαγχολία των οριζόντων.
          Όλα μοιάζουν τώρα αλλιώτικα, πορφυρά, όπως την ώρα του δειλινού. Είναι γιατί ο έρωτας γεννιέται όπως πρέπει, με τρόπο απόλυτα φυσικό. Το αγόρι βυθισμένο στη σιωπή και το κορίτσι απλώνοντας τη θηλυκή θωπεία του βλέμματός του πάνω στο σώμα του αγοριού, πάνω στην ύπαρξή του όλη, στο παρελθόν του, στο παρόν του, στην απεραντοσύνη των ονείρων του.
          Το βλέμμα του κοριτσιού επιστρέφει στα κλειστά μάτια του αγοριού. Τα κλειστά βλέφαρα παύουν να αντιστέκονται και παραδίδονται στο αέρινο χάδι.
          Το αγόρι ανοίγει τα μάτια, κοιτάζει με αδηφάγο βλέμμα τα μάτια του κοριτσιού, στα οποία αρχίζει να κυλά ένα πηγαίο δάκρυ χαράς, κι αρχίζει να γράφει ένα ποίημα για τα χέρια του κοριτσιού με τα μαύρα μαλλιά που αγωνίζονται για ώρα να αγκαλιάσουν το κοινό τους δειλινό.

Γιάννης Πολιτόπουλος