Εισαγωγή

Welcome, there is always a place for you here

Bράδυ. Μικρό δωμάτιο παλιού σπιτιού με παράθυρο προς τη θάλασσα. Δεξιά στη γωνία, ένα παλιό κρεβάτι στρωμένο με ένα λευκό σεντόνι. Απέναντι, κάτω από το μεγάλο σκονισμένο καθρέπτη ένα μικρό κομοδίνο. Επάνω σ’ αυτό ένα κερί σβηστό. Σκοτάδι. Μια γυναίκα, νέα και όμορφη, με άσπρο φόρεμα, είναι ξαπλωμένη στο κρεβάτι. Ησυχία. Ξαφνικά, μια λουρίδα φεγγαρίσιου φωτός φωτίζει ελαφρά το δωμάτιο. Σε λίγο το φως μετατρέπεται σε φωνή. Λέει:

Τρίτη, 30 Απριλίου 2013

Η αυθύπαρκτη


Άλλοτε περπατώντας στις μυθικές ακρογιαλιές των παιδικών αναμνήσεών της κι άλλοτε απλώς απολαμβάνοντας στις παρόδους των κατακόκκινων ονείρων της τα βλέμματα θαυμασμού να την κατακλύζουν, η κοπέλα με τη χαρά νοτισμένη από το διάστικτο βλέμμα της κληροδοτεί καθημερινά στις στιγμές της το αποκορύφωμα της θηλυκής πανδαισίας των απροστάτευτων ματιών της.
Καθώς απλώνει τα κατάλευκα χέρια της στο φως ή στη βροχή ανάλογα με τις καιρικές εναλλαγές, που όμως δεν μπορούν να πλήξουν τη διαύγεια που η σάρκινη ύπαρξή της εκπέμπει, οι λέξεις έρχονται να φιλήσουν την προσήλωσή της στην αιώνια νεανική ομορφιά της.
Γιατί είναι για πάντα το πιο βέβαιο μοντέλο της γραφής. Το ιδανικό μοντέλο που συντηρεί την παιδικότητα της γραφής μέσα σε έναν κόσμο που συχνά μεγαλώνοντας φθείρεται.
Αφού η γραπτή ομορφιά της τρισυπόστατης ύπαρξής της είναι αυθύπαρκτη σε πείσμα κάθε ετερόφωτης προσωρινής αποθέωσης.
Θαρρεί κανείς πως είναι ανέγγιχτη από το πέρασμα του χρόνου, καθώς η γραφή αθωώνει ή και σβήνει ολοκληρωτικά τις ρυτίδες της σιωπής από το μέτωπό της που φαντάζει σαν την πρώτη χρυσαφένια αμμουδιά της αρχής του κόσμου.
Η πορεία της ανάμεσα στη σύλληψη και στην απόδοση της γραφής είναι διάσπαρτη από μονόχορδα ή πολύστιχα ποιήματα, τα οποία κεντήθηκαν υπό το φως του φεγγαριού στρώνοντας με περισσή επιμέλεια λεκτικό χαλί στα βέβαια βήματά της.
Κι η πιο όμορφη στάση στο δώμα της βασιλικής αποθέωσης για χάρη των στοιχείων που συνθέτουν την ύπαρξή της, βρίσκεται ανάμεσα στα μάτια της.
Εκεί όπου περιπλανιέται η σπουδαιότερη λέξη που πρόφεραν ποτέ ανθρώπινα χείλη, την οποία όμως ελάχιστοι τιμούν όπως της ταιριάζει.
Και πως αλλιώς, αφού μόνο μια γυναικεία ομορφιά ενδέχεται να δύναται να κάνει το κακό να τραυλίζει ακόμη και μέσα από την αποσπασματικότητα της γραφής.
Μια ομορφιά αυθύπαρκτη με την τραγικότητα της μοίρας να προωθεί το μύθο της απεραντοσύνης της γραφής από τα μάτια της μέχρι τα γαλανά χέρια του ουρανού που αγκαλιάζουν κάθε σκέψη και την εξακοντίζουν μέχρι το τέλος του ορίζοντα.
Μα δεν υφίσταται τέλος για την κοπέλα της αυθύπαρκτης ωραιότητας, μιας και οι συλλαβές των ερωτικών λέξεων δε σταματούν ποτέ να βάφουν κόκκινο το δρόμο της φαντασίας που βιώνει, για να την περιγράφει ξανά και ξανά δίχως ποτέ να απελπίζεται ολοκληρωτικά.
Διότι πρόκειται για ιχνηλασία επιστροφής στην αστείρευτη πηγή της γραφής, η οποία είναι αδιανόητο να τιθασευτεί, αφού προέρχεται κατευθείαν από την ίδια και τα έγκατα της ψυχής της.

Γιάννης Πολιτόπουλος

Τρίτη, 2 Απριλίου 2013

Τα σανδάλια

  Εκείνο το ζεστό ανοιξιάτικο απόγευμα η ζωή της παράκτιας πόλης συνέβη να γίνει αποδέκτης μιας ξεχωριστής, μιας υπερβολικής μιας πάναγνης θηλυκής ομορφιάς. 
  Η παρουσία μιας κοπέλας ήταν αρκετή, για να συντελεστεί αυτή η αλλαγή. Η κοπέλα ετοιμάστηκε από νωρίς. Φόρεσε ένα χαμόγελο στις άκρες των χειλιών της και μια ασημένια καδένα στο λαιμό της, για να της θυμίζει πως η ύλη είναι απλό συμπλήρωμα της φυσικής ομορφιάς. 
   Στους ώμους της η κοπέλα φόρεσε δαντελένια κοχύλια και στη μέση της μια ζώνη φτιαγμένη από τα εφηβικά της όνειρα. Το βλέμμα της το άφησε γυμνό, καθάριο, αστείρευτο στο φως του δειλινού. Στα πόδια της πέρασε τα σανδάλια της, έτσι ώστε η λευκότητά τους να φωτίζει την επερχόμενη ασέληνη νύχτα. Τα νύχια της δεν τα έβαψε αυτή τη φορά. Τα άφησε στο φυσικό τους χρώμα, για να τα χαϊδεύει απαλά το ελαφρύ αεράκι της εαρινής νύχτας. Στο τσαντάκι της η κοπέλα έβαλε τα όνειρά της, τις επιθυμίες της, τον απέραντο εσωτερικό της κόσμο και την ομορφιά των πιο γλυκών αναμνήσεών της. 
   Η κοπέλα βγήκε στο δρόμο και περπάτησε με βήμα ανάλαφρο στο σώμα της πόλης. Σε κάθε της βήμα η νύχτα την υποδέχονταν με χαρά. Τα μάτια των ανθρώπων την κοιτούσαν έκπληκτα. Μία θεά, μία νεράιδα ολοζώντανη ήταν, που χαρίζονταν στο βλέμμα τους. Μια μοναδική παρουσία που άστραφτε στους πλακόστρωτους δρόμους. Τα βήματά της ήταν τραγούδια, τα λόγια της ήταν ποιήματα, οι χαιρετισμοί της γλυκές μαχαιριές στη σιωπή των ανθρώπων. Τα μαλλιά της ριγμένα στην πλάτη ενώνονταν απευθείας με τη μυσταγωγία του ουρανού. Τίποτα περιττό δεν υπήρχε πάνω της. 
   Και μέσα στο τσαντάκι της, τυλιγμένα σε άσπρη χαρτοπετσέτα, δύο φιλιά, ένα δάκρυ χαράς και χειροποίητα κουλουράκια. Χειροποίητα όπως η ομορφιά της. Χειροποίητα όπως χειροποίητη είναι και η ζωή, όταν συναντά την ομορφιά και την αγνότητα. Μα ούτε αυτά δεν κράτησε η κοπέλα για τον εαυτό της. Τα χάρισε στους ανθρώπους. 
   Τα δύο φιλιά τα χάρισε σε ένα ηλικιωμένο ζευγάρι που ακόμη περπατούσε ερωτευμένο στους δρόμους της πόλης όπου ο έρωτάς τους γεννήθηκε και γιγαντώθηκε στο πέρασμα του χρόνου. Το δάκρυ χαράς η κοπέλα το χάρισε σε ένα στοχαστικό αγόρι που διάβαζε ποίηση στην προκυμαία. Τα χειροποίητα κουλουράκια η κοπέλα τα πρόσφερε ανιδιοτελώς σε ένα ξανθό τετράχρονο παιδί που την κοίταζε με μάτια διάπλατα πρωτοαντικρίζοντας τη θηλυκότητα. Ήταν πράξεις ανιδιοτελούς αυθορμητισμού, πράξεις ανθρωπιάς. Κι εκείνο το βράδυ η κοπέλα ήταν χωρίς αμφιβολία η ομορφότερη κοπέλα στην πόλη, γιατί ήταν η πιο ανθρώπινη. Όπως πάντα δηλαδή.


Γιάννης Πολιτόπουλος