Προμετωπίδα

Οι λέξεις είναι το ισχυρότερο όργανο δημιουργίας. Κάθε πιθανός συνδυασμός τους έχει την απόλυτη, τη μοναδική δύναμη να ονομάσει τα πράγματα και τα φαινόμενα, θεμελιώνοντας έτσι τη βάση της ανθρώπινης σκέψης. Η υπόγεια διαδρομή των λέξεων, Δεκέμβριος 2009, Γιάννης Πολιτόπουλος

VoicesNet

The winner of the March 2011 VoicesNet Writing Contest is "The look of the rain", a short story by Γιάννης Πολιτόπουλος of Greece.

Σάββατο, 28 Ιανουαρίου 2012

Το σπίτι που δάκρυσε


    Όταν το πρώτο κύμα χειμωνιάτικου κρύου ενέδυσε τα ηλιοφιλημένα από το καλοκαίρι χείλη της, η γυναίκα αισθάνθηκε πως η διαδοχή των εποχών εγγράφονταν στο σώμα της ως φυσική αναγκαιότητα.
    Όπως το καλοκαίρι η χρυσαφένια άμμος παιχνίδιζε στολίζοντας τους αστραγάλους της και τους καρπούς των χεριών της έτσι και τώρα ο παγωμένος άνεμος εισχωρούσε στα μαλλιά της ανεμίζοντας μια διαρκώς ανανεούμενη ομορφιά.
    Ήταν στις απαρχές της νύχτας, λίγο μετά το φτωχό χειμωνιάτικο λιόγερμα, και η γυναίκα περπατούσε σε ένα γνώριμο δρόμο. Ένα δρόμο στοιχεία του οποίου είχε συνδέσει στη μνήμη της με ποικίλα γεγονότα αλλά και επιθυμίες.
     Και συνέβη περνώντας μπροστά από ένα παλιό σπίτι να θυμηθεί ότι ένα φιλί είχε σφαλίσει τα χείλη της πριν από πολλά χρόνια. Ένα φιλί διαφορετικό από τα άλλα. Ένα φιλί απροσδόκητο, ένα φιλί ολοκληρωτικό.
    Το πρώτο φιλί ενός αγοριού ανελέητου που με όλη την ορμή της εφηβείας αναστάτωσε για πάντα τη ζωή του κοριτσιού.
    Ένα φιλί δυνατό σαν ποίημα που γεννήθηκε από τη συνεύρεση δύο αγαπημένων λέξεων πάνω στο γυμνό χαρτί της όμορης ζωής δύο νέων παιδιών.

   Και τώρα ένιωθε το φιλί να ζωντανεύει ξανά στα πρόθυρα του παλιού σπιτιού και σε απόσταση μιας δροσοσταλίδας από τα χείλη της φαντασίας της      
       Σταμάτησε για λίγο και κοίταξε κατάματα το παρελθόν της βιώνοντας την απεραντοσύνη του πλέον γλυκού κύματος της χρόνιας σιωπής εκείνης της κοινής εμπειρίας των ματιών.

      Κι ήταν για λίγο που η γυναίκα μετατράπηκε σε σώμα ανυπέρβλητης εφηβείας.
     Τόσο πολύ τη συνεπήρε η ανάμνηση αυτή που τα χέρια της απλώθηκαν ανοιχτά σε κάθε ίνα του γνώριμου δρόμου προικίζοντάς τον με τα χρώματα μιας τόσο ανθρώπινης ανάμνησης.
      Τότε συντελέστηκε το θαύμα.
   Ένα νεαρό αγόρι στάθηκε μπροστά της και έκθαμβο από την ομορφιά που εξέπεμπε η νηφάλια κι ώριμη πια ομορφιά της, της χάρισε ένα μικρό λουλούδι.
     Η γυναίκα δεν αρνήθηκε την ξαφνική προσφορά. Άπλωσε το χέρι, πήρε το λουλούδι κι άρχισε να περπατά ανεμίζοντας το εφηβικό δώρο δίχως να προφέρει τίποτα, χωρίς να ρωτήσει το γιατί.
       Στο ζωντανό όνειρο δεν υπάρχουν άλλωστε αιτιολογήσεις.
      Το θεώρησε μάλιστα φυσικό να ενσαρκώνεται η φαντασία της και να συμπίπτει με τον πόθο ενός εφήβου.
    Καθώς η γυναίκα έστριβε στην πρώτη στροφή, ένας περαστικός είδε το παλιό σπίτι να δακρύζει. Μόνο η γυναίκα θα μπορούσε να γνωρίζει ποιος ήταν. 

Γιάννης Πολιτόπουλος 

Κυριακή, 1 Ιανουαρίου 2012

Ο παφλασμός του απείρου


Ι

Θα ξεχάσω για πάντα
των βουνών το χειμωνιάτικο ψύχος,
της θάλασσας τους ωκεάνιους παφλασμούς,
των σπιτιών τις ανελέητες σιωπές του Σεπτέμβρη.

Με τις λέξεις του Αυγούστου στα χείλη
θα ξεχυθώ στον κόσμο,
να τους θυμίσω το ένδοξο παρελθόν,
να τους ομορφύνω το μέλλον,
φεγγάρι δανείζοντας στο φλογερό παρόν τους.

Και να έρθει ένας Χριστός απρόσκλητος τώρα
μα ανθρώπινος,
στις αυλές που απέμειναν να βάλει τραπέζι,
να κόψει ψωμί τα πάθη
που ξερίζωσαν τους τόπους.

Και το φως να σκιάσει τις νύχτες μας
και των αστεριών τα έργα
να λιμάρουν με τέχνη την παγερή τεχνολογία
και τους μύθους της επιστήμης.

Γιατί χρειάζεται ξανά
το πνεύμα να νικήσει το σίδερο.

II

Την επόμενη πανσέληνο
να 'ρθουν κορίτσια
να φέρουν λουλούδια
στα σπίτια των προγόνων.
Και να φορολογηθούν πια μόνο οι καημοί
κι όχι τα μετερίζια.

Μικρά παιδιά να λιάσουν την τύχη τους
ανεμίζοντας τη φαντασία
στους φλοίσβους των βράχων.
Γράφοντας ελεύθερα έναν γλάρο
στο οικοσύστημα των αθώων προθέσεών τους.

Με το τυχαίο της ματιάς τους
ν' αφουγκραστούν τον κόσμο
και να προβάλλουν γυμνή
στο έλεος των χρόνων τους
την παιδική αφέλεια των κυμάτων.
Αληθινή στον ήλιο
πρόσθεση των χεριών τους.

ΙΙΙ

Έτσι απλά να γίνει κόσμος,
όπως οι σπάροι ανθίζουν στο πέλαγος
και τα σπίτια κατηφορίζουν στο φως του Αιγαίου.
Νύχτες να υποκύψουν στο χαμόγελο της ωραίας γοργόνας.

Παραμύθι απλόχερο να σφαλίσει τον ύπνο στις κάμαρες.
Σα να μην υπήρξε ποτέ
πόλεμος για την επίγεια εξουσία
παρά μόνο για την εφήμερη είδηση
που χάσκει στα χαρακωμένα μέτωπα της λύπης.

Να 'ρθει πολιτισμός φεγγαρίσιος
κι αγνάντεμα ματιών δίχως σκληρότητα.
Μόνο πανηγύρια στο φως
όπου να μη χαρούν βλέμματα απορημένα.
Καθώς μια γλώσσα όλα τα χείλη.

Και το βήμα μιας κοπέλας να χαράξει στην άμμο
στιγμές ευτυχίας πελαγίσιες
που τραβούν ψηλά κατά το κάστρο εκείνο
που στέρεψε από στεναγμούς.
Βαθιά ποιήματα να θελήσει η σιωπή
και φιλιά η προσευχή του θεού.

IV

Σήκω καρδιά των φτωχών
να χορέψεις στο φως
αλαφρωμένη από την αιώνια σκιά
της πλησμονής.

Είναι η ώρα η ολόγιομη
να κεντηθούν οι αποστάσεις
στην ποδιά της γιαγιάς σου.

Είναι ο χρόνος ο αστείρευτος
να μιληθούν τα χαμόγελα
και να ξαρμυρίσουν τα ρεμέντζα
τη χαραυγή.

Γι' αυτό θα στείλω ένα κλαδί ελιάς
να ασημώσει τους έρημους φάρους
και να βεβαιώσει τους θαλασσινούς:
το ελάχιστο ήταν εδώ
και θα υπάρξει ξανά.
Μυηθείτε!

Γιάννης Πολιτόπουλος
Βόλος, 1 Ιανουαρίου 2012