Εισαγωγή

Welcome, there is always a place for you here

Bράδυ. Μικρό δωμάτιο παλιού σπιτιού με παράθυρο προς τη θάλασσα. Δεξιά στη γωνία, ένα παλιό κρεβάτι στρωμένο με ένα λευκό σεντόνι. Απέναντι, κάτω από το μεγάλο σκονισμένο καθρέπτη ένα μικρό κομοδίνο. Επάνω σ’ αυτό ένα κερί σβηστό. Σκοτάδι. Μια γυναίκα, νέα και όμορφη, με άσπρο φόρεμα, είναι ξαπλωμένη στο κρεβάτι. Ησυχία. Ξαφνικά, μια λουρίδα φεγγαρίσιου φωτός φωτίζει ελαφρά το δωμάτιο. Σε λίγο το φως μετατρέπεται σε φωνή. Λέει:

Κυριακή, 22 Μαΐου 2011

Στο έλεος της γραφής


         Πάντα. Μία λευκή σελίδα περίμενε το βλέμμα της, εκείνο το αδιόρατο, το αστείρευτο βλέμμα της κοπέλας που αγαπούσε τη θωπεία των λέξεων με ένα τρόπο σχεδόν ευλαβικό. Γιατί κάποτε και τα αντικείμενα επιζητούν την προσοχή των ανθρώπων.

         Εκείνη όμως δεν ήξερε ακόμη πότε έπρεπε να ζει στιγμιαία και πότε να ζει διαχρονικά.

         Έτσι, ζούσε σε ένα μεταίχμιο αναμονής και παύσης, σε μία ανερμήνευτη ακόμη εκδοχή της θηλυκής της υπόστασης.

Συχνά, η κοπέλα το είχε σκεφτεί να τη γεμίσει τη λευκή σελίδα της, όμως το χέρι της το είχε υποτιμήσει πρώτη η ίδια.

Ώσπου μια μέρα μεταξύ ήλιου και βροχής, μεταξύ αυτού του γλυκού παιχνιδίσματος της φύσης, η γραφή ξεκίνησε από το ίδιο το λευκό της σελίδας κι έφτασε μέχρι τη συμμετρία των δαχτύλων και των ματιών της.

Επρόκειτο για την άνοιξη της γραφής, για τη γαλανή απαρχή του ταξιδιού της στο σώμα των λέξεων, στο δικό της σώμα.

Το χέρι της κοπέλας πραγμάτωσε την αποφασιστική κίνηση και κατέγραψε στο λευκό χαρτί τα γεγονότα που η ίδια διά της γραφής της επρόκειτο να δημιουργήσει την επόμενη ημέρα, τις επόμενες ημέρες μιας καινούριας ζωής.
Ώρα αργότερα το λευκό χαρτί κυμάτιζε στην απεραντοσύνη της θηλυκής εκδοχής της γραφής.
Λέξη με λέξη, φράση με φράση, η κοπέλα είχε συνθέσει τη λεκτική φωτογραφία του βλέμματός της. 
Είχε γράψει:

Στάλες ανέμου
Υγρές ματιές
Γαλάζια βήματα

Από την αρχή της ζωής
το απέραντο πλησιάζει
το φως των ματιών μου

Κι είναι η εαρινή ρήχη
που προσμένει τα βήματά μου
σε απόσταση χαδιού από τα χείλη μου

Η κοπέλα είχε πια μεταστραφεί. Ήταν πια η κοπέλα που γνώριζε με βεβαιότητα τί έπρεπε να πράττει και πότε να το πραγματώνει, ώστε οι άνθρωποι γύρω της να την αναγνωρίζουν ως την επιβεβαίωση της πιο ονειρικής πραγμάτωσης.
 Στο δωμάτιο της κοπέλας ένα πέπλο φαντασίας και μυστηρίου απλωνόταν σα μαγικό χαλί προστατεύοντάς την από οτιδήποτε την πλήγωνε στο παρελθόν.

Έχοντας εσωκλείσει τα πρώτα της γραπτά σε ένα φάκελο με διαφάνειες είχε καταφέρει να τακτοποιήσει διά της γραφής την ίδια τη σειρά των σκέψεων και των απαραίτητων πρωτοβουλιών της οι οποίες θα την οδηγούσαν σύντομα στο δρόμο με τις εύκολες νύχτες και τα ηλιόλουστα πρωινά.

Γιατί η γραφή δεν εγκαταλείπει ποτέ αυτούς που όπως η κοπέλα την αγαπούν ανυστερόβουλα και τη μεταφέρουν πάντα μαζί τους όπου κι αν βρεθούν ακόμη και για λίγες στιγμές.

Έτσι, η κοπέλα κρατούσε πάντα μέσα στην τσάντα της το σώμα των γραπτών κειμένων της, που σαν άλλος ζωντανός οργανισμός τη βοηθούσε να αισθάνεται πιο δυνατή και κυρίως πιο θηλυκή ακόμη.
            Και πραγματικά, τα κορίτσια την κοιτούσαν τώρα με άμετρο θαυμασμό, ενώ τα αγόρια αγωνίζονταν να υποκλέψουν ένα βλέμμα της έστω, για να γραφεί κάτι γι’ αυτά στις επόμενες σελίδες του βιβλίου της ζωής της που η κοπέλα καθημερινά συμπλήρωνε.
          Τώρα πια η ίδια ζει στο έλεος της θηλυκής γραφής και οι άλλοι στο έλεος του θηλυκού βλέμματός της που διαρκώς ενέχει τη δύναμη να ακραγγίζει τη γαλήνια σιωπή των ανοιξιάτικων οριζόντων.


Γιάννης Πολιτόπουλος

Κυριακή, 8 Μαΐου 2011

Το κορίτσι που αγαπούσε η θάλασσα



   Πρόκειται για την ιστορία ενός κοριτσιού με το όνομα του ανέμου ζωγραφισμένο στο βλέμμα του.
   Είναι ακριβώς στη μέση του καλοκαιριού, όταν το κορίτσι συναντά για μια ακόμη φορά τη θάλασσα που τόσο πολύ αγαπά. Κατά τη διάρκεια ενός πολύ ζεστού απογεύματος, την ώρα του όμορφου δειλινού, που το κορίτσι διαβάζει ένα παραμύθι γραμμένο στη Γαλλική γλώσσα, σηκώνεται αέρας πολύ δυνατός που τα κύματα στη θάλασσα θεριεύουν.
Το κορίτσι βηματίζει στο παραμυθένιο δωμάτιό του και πηγαίνει στο παράθυρο να δει την αγριεμένη θάλασσα.
   Το βλέμμα του είναι καθάριο, αλλά στα βάθη της ψυχής του κάτι του λέει πως αυτή η θαλάσσια αντάρα κάτι καλό θα φέρει για το ίδιο. Γιατί είναι ένα κορίτσι με τρία χαρακτηριστικά: την αγάπη για τις λέξεις και τα ονόματα, την πίστη στον εαυτό του και στις δυνατότητές του και την αστείρευτη διάθεσή του να ξεχωρίζει από όλα τα κορίτσια της ηλικίας του μιλώντας μυστικά με τον ήλιο, τη θάλασσα και το φεγγάρι.
   Το μυστικό όνειρό του κοριτσιού είναι να χορεύει στο ρυθμό της φυσικής ομορφιάς και να προστατεύει όλα τα πονεμένα ζώα. Και για να το πετύχει αυτό, είναι αποφασισμένο να γίνει ένας σπουδαίος άνθρωπος με πολλές γνώσεις σε όλα τα επίπεδα της ζωής, ώστε όλοι να σέβονται τα λόγια του.
   Έξω, ο αέρας συνεχίζεται όλο το απόγευμα και δε σταματά ούτε και κατά τη διάρκεια της νύχτας.
   Αργά το βράδυ, ενώ το κορίτσι κοιμάται ήρεμα, μία φεγγαρένια αχτίδα έρχεται και λούζει τα κλειστά βλέφαρά του. Το κορίτσι αισθάνεται πως το φεγγάρι το παροτρύνει να κατέβει την αυγή στην αμμουδιά, γιατί εκεί κάτι όμορφο συμβαίνει. Το αισθάνεται μέσα στο γλυκό ύπνο που σφαλίζει τα βλέφαρά του και δεν είναι περίεργο, γιατί έτσι συμβαίνει σε κάποιους σπουδαίους ανθρώπους. Να έχουν δηλαδή τη δυνατότητα επικοινωνίας με ολόκληρη την πλάση. Και το κορίτσι ανήκει στους ανθρώπους αυτούς. Κι αυτό του δίνει μια πρωτόγνωρη δύναμη.
   Έτσι, εντελώς φυσικά, όταν η αυγή έρχεται να συναντήσει τα όνειρά του, το κορίτσι τραβά γραμμή για την αμμουδιά. Όταν φτάνει, μένει έκπληκτο. Η θάλασσα έχει βγάλει στην ακτή πολλές πέτρες, οι οποίες πάνω στη χρυσή άμμο του καλοκαιριού δεν έχουν ριχτεί τυχαία όπως όλες τις άλλες φορές, αλλά σχηματίζουν το όνομά του.
    Η στιγμή που το βλέμμα του αντικρίζει αυτό το πρωτόγνωρο αλλά υπέροχο θέαμα, το κορίτσι το κατανοεί πως η ζωή του αλλάζει. Γιατί τώρα πια είναι κάτι περισσότερο από ένα απλό κορίτσι. Είναι το κορίτσι των θαλασσινών λέξεων. Είναι το κορίτσι που αγαπούν οι λέξεις, το κορίτσι της γαλάζιας θάλασσας, το κορίτσι που μπορεί να γράφει πάνω στην ίδια τη φυσική ομορφιά της γης.

Γιάννης Πολιτόπουλος