Εισαγωγή

Welcome, there is always a place for you here

Bράδυ. Μικρό δωμάτιο παλιού σπιτιού με παράθυρο προς τη θάλασσα. Δεξιά στη γωνία, ένα παλιό κρεβάτι στρωμένο με ένα λευκό σεντόνι. Απέναντι, κάτω από το μεγάλο σκονισμένο καθρέπτη ένα μικρό κομοδίνο. Επάνω σ’ αυτό ένα κερί σβηστό. Σκοτάδι. Μια γυναίκα, νέα και όμορφη, με άσπρο φόρεμα, είναι ξαπλωμένη στο κρεβάτι. Ησυχία. Ξαφνικά, μια λουρίδα φεγγαρίσιου φωτός φωτίζει ελαφρά το δωμάτιο. Σε λίγο το φως μετατρέπεται σε φωνή. Λέει:

Πέμπτη, 28 Απριλίου 2011

Το κοινό βλέμμα


  Ηλιόλουστο μεσημέρι. Ένα αυτοκίνητο διασχίζει την εθνική οδό και κατευθύνεται προς το Βορά με συγκεκριμένο προορισμό. Οι καυτές ηλιαχτίδες διαχέονται στα πρόσωπα της γυναίκας και του άντρα προσδίδοντας την υφή του ονείρου στην κοινή ζωή τους που μόλις αρχίζει.
          «Αγάπη είναι να αισθάνομαι πως όταν δεν τον σκέφτομαι, με προδίδω», σκέφτεται η Άντζελα παραδίδοντας το βλέμμα της στα δυνατά χέρια του άντρα που οδηγεί με προσεκτικά βήματα τη σχέση τους προς μια άγνωρη ακόμη ευτυχία δίπλα στη θάλασσα. Γιατί το ταξίδι τους έχει συγκεκριμένη κατάληξη. Πηγαίνουν να στεγάσουν τον έρωτα που γεννήθηκε στα μάτια τους σε ένα κοινό σπίτι πολύ κοντά στη γαλάζια θάλασσα.
          Είναι αλήθεια πως όταν γνωρίστηκαν, προέρχονταν από διαφορετικά περιβάλλοντα, από διαφορετικές απαρχές κάτω όμως από έναν κοινό γαλάζιο ουρανό.
          Κι είναι προφανές πως ο έρωτας υπάρχει, για να συνενώνει τις αρχικές αντιθέσεις. Να βιώνεται ως πράξη γαλανής ενοποίησης του κοινού βλέμματος.
          «Αγάπη είναι να αισθάνομαι πως όταν εκείνη με φαντάζεται, γίνομαι καλύτερος», σκέφτεται ο Χρήστος αγγίζοντας τα μαλλιά της γυναίκας που πρόκειται να αποτελεί την προέκταση της ζωής του.
          Κι ύστερα, το αρχικό ταξίδι φτάνει στο τέλος του μεστό από κοινές σκέψεις, πλήρες από την κοινή εικόνα μπροστά στα μάτια.
          Φτάνουν, στο μικρό παραθαλάσσιο χωριό την ώρα του δειλινού. Ο ήλιος φωτίζει το μέλλον.
          Αργότερα, βηματίζουν μαζί μπροστά στη θάλασσα. Ένας ελαφρύς κυματισμός υποδέχεται το νεαρό ζευγάρι.
          Είναι πια μαζί μπροστά στην απεραντοσύνη του ορίζοντα, μπροστά στο άγνωστο της γαλάζιας θάλασσας.
          Ένα φιλί ξεφεύγει από τα χείλη τους κι υποδέχεται τον ερχομό της νύχτας. Το φεγγαρόφωτο συναινεί. Ο ουρανός χαμογελά στα χείλη του.
          Αρχίζουν να ζουν μαζί μια ευτυχία ανείπωτη, άφατη, λουσμένη στο φεγγαρόφως.
          Σκέφτονται και οι δυο τους πως έχουν ένα σπάνιο προνόμιο.
          Από τη μία πλευρά η μαθηματική αντιμετώπιση του κόσμου κι από την άλλη η ανθρώπινη, η συναισθηματική προσέγγιση της κοινής ζωής.
          Και δε λανθάνουν. Ανατρέχουν με τη σκέψη και τη φαντασία τους στα κοινά φοιτητικά χρόνια, για να κλέψουν λίγο φως, λίγη αρχική ταχύτητα έρωτα. Σε λίγο καιρό, δημιουργούν μαζί. Δημιουργούν ένα δικό τους κόσμο σε μια μικρή γωνιά του κόσμου. Κι αφήνουν χώρο για τη συνέχεια, για το όνειρο, για την πραγμάτωση.
          Ένας άντρας και μία γυναίκα που πλησιάζουν στο φως της αλήθειας. Τώρα και για πάντα.

Γιάννης Πολιτόπουλος

Σάββατο, 16 Απριλίου 2011

Στα ίχνη των λέξεων


I

με το βλέμμα
στην αφύσικη διαδοχή
των εποχών
ένας αόρατος θεός
ομορφαίνει τη δύση
των σκέψεων
με μόνη αποσκευή του
το παρόν


II
στο χείλος των λέξεων
η ζωή αγριεύει
στιγμιαία
κι απλώνει φως
στη θάλασσα της μνήμης
απέραντο
στον ερχομό της αγάπης


III
καθώς αργοπορεί
η λεκτική άνοιξη των ονείρων
οι συλλαβές κυλούν γυμνές
στο απέραντο σώμα της σιωπής
κι ο έρωτας απάνεμος
διακόπτει τους συνειρμούς της νύχτας


IV
τις γυμνόστηθες λέξεις
αγαπούσε προπαντός
τις λέξεις που μετέρχονταν
τη διαδρομή μιας άνοιξης
αναλλοίωτης
που κάποτε πλήθηνε
το σώμα τους
στα τρυφερά του χείλη

Γιάννης Πολιτόπουλος