Εισαγωγή

Welcome, there is always a place for you here

Bράδυ. Μικρό δωμάτιο παλιού σπιτιού με παράθυρο προς τη θάλασσα. Δεξιά στη γωνία, ένα παλιό κρεβάτι στρωμένο με ένα λευκό σεντόνι. Απέναντι, κάτω από το μεγάλο σκονισμένο καθρέπτη ένα μικρό κομοδίνο. Επάνω σ’ αυτό ένα κερί σβηστό. Σκοτάδι. Μια γυναίκα, νέα και όμορφη, με άσπρο φόρεμα, είναι ξαπλωμένη στο κρεβάτι. Ησυχία. Ξαφνικά, μια λουρίδα φεγγαρίσιου φωτός φωτίζει ελαφρά το δωμάτιο. Σε λίγο το φως μετατρέπεται σε φωνή. Λέει:

Κυριακή, 24 Οκτωβρίου 2010

Το φόρεμα

Βροχερό πρωινό. Ακριβώς τη στιγμή που δύο ηλιαχτίδες προσπόρισαν τη χθεσινή σιωπή. Ήρθε. Απρόσκλητη, αέρινη, ηλιόλουστη στο φως των ματιών της. Χαμογελώντας όπως πάντα. Η κοπέλα που έκανε τη σιωπή να μιλάει. Η κοπέλα που μπορούσε να φορά το χαμόγελο στα μάτια της. 
Κρατούσε στα χέρια της με πάθος ένα φόρεμα. Το φόρεμα που έντυνε τα όνειρά της έναν ολόκληρο μήνα. Το άγγιζε, το βίωνε, σα να επρόκειτο να το φέρει στην πιο ιδεώδη στιγμή του μέλλοντος. Ήταν στα χέρια της. Το φόρεμα με τη γαλανή επιθυμία των ματιών της.
          Θα έπρεπε να περπατήσει γυμνόποδη στην άμμο φορώντας μόνο αυτό. Θα έπρεπε φορώντας το να γίνει το αμμουδερό ιχνογράφημα κάθε αγάπης, κάθε προσδοκίας, κάθε ερωτικού κυματισμού.
          Γυμνή από κάθε αρνητικό συναίσθημα και η ίδια, γυμνή μέσα στη γυμνότητα του φορέματος.
          Κι εκεί, στην άκρη της θάλασσας, θα ήταν επιτέλους έτοιμη να αντιπαρατεθεί με τον ήλιο. Μια μονομαχία ανάμεσα σε δύο φυσικές ομορφιές. Μια αναμέτρηση ανάμεσα στις λέξεις που περιγράφουν την καθεμιά τους.
          Μια αναμέτρηση της ομορφιάς με την ομορφιά.
          Κι όταν τα χρώματα του δειλινού θα έβαφαν τον ουράνιο καμβά, δε θα υπήρχε τίποτα στον κόσμο, που να μπορεί να αντισταθεί στο λιόγερμα του φορέματος με το γυμνό αλαβάστρινο κορμί.
          Καθώς έτσι γίνεται, όταν η ζωή ενδίδει στις λογοτεχνικές εκδοχές της ομορφιάς. Κι είναι τότε που η θάλασσα ενδυναμώνει το παραλήρημά της κι υποδέχεται στη γλαυκότητα των κυμάτων της το άγνωρο, το πρωτότυπο, το μοναδικό.
          Δεν υπάρχουν τότε λέξεις, δεν υπάρχουν φωτογραφίες, που να αντέχουν να αποδώσουν την τελειότητα ενός κορμιού που αγναντεύει το μέλλον τρέχοντας στην άμμο του καλοκαιριού.
          Κι η πλάση ξαναβρίσκει την πίστη της στην ομορφιά. Και χαμογελώντας στα χείλη του ανέμου της χαράζει φιλιά στο θηλυκό κορμί και κεντά με δάκρυα χαράς το φόρεμα που τόσο πολύ είχε πεθυμήσει να επιθυμηθεί.
          Το φόρεμα που το κορίτσι κρατούσε ένα βροχερό πρωινό με τη βεβαιότητα της εφηβείας.
          Το φόρεμα που επρόκειτο για λίγο να στολίσει μία ντουλάπα με τα όνειρά του, πριν ξεχυθεί στο θηλυκό σώμα και συνοδεύσει στην άμμο τα γυμνά του βήματα, τις γυμνές του λέξεις και τα ερωτικά βλέμματά του στον ήλιο.
          Το φόρεμα που θα έπαυε να είναι ένα απλό χρηστικό αντικείμενο και θα γίνονταν ένα με τη θηλυκότητα που το επέλεξε ανάμεσα σε τόσα άλλα.
          Γιατί είναι γραφτό, ένα αντικείμενο πάντοτε, μία λέξη μόνο, ένα βλέμμα, ένα φιλί να υπερβαίνει τα ανθρώπινα.

Γιάννης Πολιτόπουλος