Εισαγωγή

Welcome, there is always a place for you here

Bράδυ. Μικρό δωμάτιο παλιού σπιτιού με παράθυρο προς τη θάλασσα. Δεξιά στη γωνία, ένα παλιό κρεβάτι στρωμένο με ένα λευκό σεντόνι. Απέναντι, κάτω από το μεγάλο σκονισμένο καθρέπτη ένα μικρό κομοδίνο. Επάνω σ’ αυτό ένα κερί σβηστό. Σκοτάδι. Μια γυναίκα, νέα και όμορφη, με άσπρο φόρεμα, είναι ξαπλωμένη στο κρεβάτι. Ησυχία. Ξαφνικά, μια λουρίδα φεγγαρίσιου φωτός φωτίζει ελαφρά το δωμάτιο. Σε λίγο το φως μετατρέπεται σε φωνή. Λέει:

Κυριακή, 18 Απριλίου 2010

Το αέναο ταξίδι


Έφευγε πάντα, για να επιστρέφει. Έφευγε, για να χάνεται στο βλέμμα της.
Βίωνε τη φυγή ως λήθη ενάντια στις στιγμές που απέπνεαν μια καθημερινότητα επαναλαμβανόμενη.
          Στα ταξίδια, με άλλο φως ανέπνεαν τα μάτια της. Με άλλο φως επενδύονταν οι εικόνες που εφορμούσαν στα μύχια εκείνων των παλιών εφηβικών της ονείρων.
          Στα ταξίδια, στην άκρη του κόσμου, στην άκρη των ονείρων της, δεν ένιωθε ποτέ μόνη. Δεν υπήρξε ποτέ μόνη. Ποτέ μόνη, ούτε η ίδια ούτε η εικόνα της στα μάτια κανενός άντρα.
          Στις περιπλανήσεις της κρατούσε σφιχτά στα χέρια της ένα ανθισμένο χαμόγελο που χωρούσε στα χείλη του την πραγμάτωση μιας διαρκώς επιστρέφουσας φυγής.
          Κι ένιωθε σα να επρόκειτο να καταπιαστεί με το άγουρο, με το αναπότρεπτο.
          Σε μια στιγμή γοητευτικού ταξιδιού στο απέραντο των ονείρων κατάλαβε.
          Τότε ήταν που βίωσε την επιθυμία που συνοδεύει τη ζωή της. Να καταλύει, ήθελε από τη στιγμή εκείνη την καθημερινότητα με τη δύναμη μιας θεϊκής εντολής, μιας θεόσταλτης εξουσίας, που μετουσιώνονταν στα ταξίδια της σε αποφασιστικότητα που πάντα γειτνίαζε με την αλήθεια.
Καθώς πλέει πάντα στη θάλασσα ενός ταξιδιού, την ίδια στιγμή νιώθει να συνεχίζεται η πραγματικότητα της ζωής της.
Βιώνοντας το ταξίδι, δε νιώθει ποτέ να αναλώνεται μεταξύ αυγής και δειλινού αναμένοντας κάτι τυχαίο να εξηγήσει το ανεξήγητο του προορισμού.
Το ταξίδι είναι που την κάνει να βλέπει πως σωστά έπρεπε να το τολμήσει, πως σωστά διάλεξε την ευθεία προέκταση της γραμμής της ζωής της. Πως έπρεπε, πως πρέπει να το τολμά ακόμη και τώρα. Να ζει μία ζωή σε τεντωμένο σχοινί, σε απόσταση βολής από το άγνωστο, από το απρόβλεπτο.  
Αγαπώντας την προσπάθεια για το τίποτα, για το έτσι, για το χωρίς λόγο γίγνεσθαι.
Καθώς βγαίνει κάθε φορά από το σώμα του ταξιδιού κι επιστρέφει στο κομμάτι της ζωής της που μοιράζεται με τους άλλους, μια βαθιά σιωπή ενυδατώνει το βλέμμα της. Είναι η σιωπή του άχρονου μέλλοντος που παίρνει αξία από τις μικρές σκέψεις που στα ταξίδια της αποτέλεσαν το λίγο ή το πολύ του κόσμου της. Ενός κόσμου όμορφου, ζωντανού, πολύχρωμου.
Γιατί ο κόσμος αυτός υπήρξε στα μάτια της. Υπάρχει στα μάτια της.
Κι έτσι θα υπάρχει για πάντα στην απεραντοσύνη της αιωνιότητας.
Ο κόσμος ο ολότελα δικός της. Ο κόσμος όπου φυγή κι επιστροφή ταυτίστηκαν στα βήματά της. Σε μια φυγή αέναη που διαρκώς επιστρέφει.

Γιάννης Πολιτόπουλος

Κυριακή, 4 Απριλίου 2010

Το γυμνό βλέμμα


Όλες οι ιστορίες πραγματώνονται σε χώρους απρόσκλητους, απέραντους. Ξεκινά κανείς από την ενδόμυχη απεραντοσύνη, από την αμηχανία της σκέψης να ενσαρκωθεί λεκτικά.
         Κι ο χρόνος παραμένει πάντα το απροσδιόριστο φως της σιωπής. Έτσι, η γραφή πραγματώνει την πορεία της από την ανυπαρξία προς τον έρωτα.
         Πρόκειται, φυσικά, για μία επαναλαμβανόμενη δημιουργία. Ειδικότερα, είναι η σκέψη που προτρέχει, οι λέξεις που έπονται, οι λέξεις που ζευγαρώνουν, που κατρακυλούν, που αξιώνουν.
        Το βλέμμα παραμένει καρφιτσωμένο, απορημένο στην αγνότητα της προϊδέασης. Το βλέμμα που κάποτε ξεστρατίζει από τα χείλη του.
        Το βλέμμα είναι γυμνό. Οι λέξεις γυμνές. Και τότε, ξαφνικά, η σιωπή μιλά, αισθάνεται, βιώνει, αναιρεί, υπόσχεται, ερωτεύεται, δημιουργεί.
        Η λευκότητα του χαρτιού υποκύπτει στην υπέρβαση, ενδίδει στη γλαυκότητα, στη θωπεία.
Το κείμενο ραγίζει, η ψυχή αναδεύεται. Τίποτα δεν αντιστέκεται, Όλα απλώνουν αρμούς στις παρυφές της λογικής.
         Ο κόσμος εσωτερικεύεται χωρίς μυστικά. Όπως ο έρωτας, όπως η αρχική σιωπή, όπως η απέριττη ομορφιά που πριν βίωνε τη μοναξιά ανατολικά της ενστάλλακτης απεραντοσύνης των σκέψεων.
         Τότε η σιωπή είναι το τελικό, το γυμνό, το απροστάτευτο βλέμμα της γραφής.
         Συμβαίνει. Κείμενο με αυθεντική ζωή απεραντοσύνης, κείμενο που εκτείνεται ως τα έσχατα μιας ανυπόδητης περιπλάνησης. Κείμενο που τραυλίζει το ακαθόριστο σχήμα της σημασίας των αρχικών λέξεων. Κείμενο της γραφής που γράφει συμβαίνοντας, που γράφει τα χείλη του πόθου του και προαναγγέλει στο φως μία ακόμη λεκτική δημιουργία.
          Στο μεταίχμιο της ζωής, στο μεταίχμιο του φωτός, στο μεταίχμιο των κυμάτων η εσωκειμενική ζωή ανδρώνει την απόκρυφη κι απόκρυμνη απόληξη της σκέψης που εκβάλει στις παρυφές της αφήγησης, στις παρυφές των στίχων μιας ποιητικής δοκιμής που για πρώτη φορά χαμογελά στον κόσμο.
          Νέο, νέο σε ηλικία παραμένει πάντα το κείμενο. Άγουρο στα χείλη, γυμνό στο βλέμμα του, στο πρώτο αθώο του βλέμμα απέναντι στο σκοτάδι του τοκετού της τέχνης.
          Και δεν υφίσταται πια χρόνος ούτε χώρος. Οι συνιστώσες του κειμένου παραμένουν πάντα προς ανακάλυψη, πάντα προς κατάκτηση, όπως η γαλάζια απεραντοσύνη του συναισθήματος.
         Για το χωρίς προφανή λόγο φως που ενδύει τα μάτια, η γραφή ενεργοποιεί τη διαδικασία της ανάγνωσης κι έπειτα τη μοναχική διεργασία της φαντασίας.
          Το γυμνό βλέμμα πίπτει επί του νοήματος, που άλλο στην αρχή κι άλλο τελικά ζωντανεύει τη ζωή.


Γιάννης Πολιτόπουλος