Τετάρτη, 22 Νοεμβρίου 2017

Το πηγαίο δάκρυ

Απομεσήμερο. Σε μια γωνιά αναμνήσεων ένα αγόρι σφαλίζει τα μάτια. Γίνεται σιωπή. Τα πρόσωπα των ανθρώπων κοιτάζουν ανέκφραστα. Κοιτάζουν το αγόρι με τα σφαλιστά βλέφαρα και τα μακριά ξέπλεκα μαλλιά. Κοιτάζουν για ώρα πολύ, αλλά δεν βλέπουν τίποτα περισσότερο από αυτό που οι ίδιοι θα ήθελαν να αντικρίζουν για όλη τους τη ζωή. Νομίζουν ότι κοιτάζουν, αλλά στην πραγματικότητα πραγματοποιούν μια κινηματογραφική καταγραφή των δικών τους επιθυμιών προβάλλοντάς τες πάνω στην ακινησία των κλειστών βλεφάρων.
          Μόνο ένα κορίτσι συμμερίζεται την έμψυχη σιωπή των χειλιών του αγοριού. Ένα κορίτσι με κοντά μαύρα μαλλιά σμιλεμένα με φεγγαρόφωτο μιας αιώνιας παρθενικής άνοιξης που ενεδρεύει τα όνειρά του. Ένα κορίτσι που απέχει από τη γύμνια των πεζών ημερών της μίζερης ανθρωπότητας των απαρχών του εικοστού πρώτου αιώνα.
          Είναι το κορίτσι που προβάρει στο βλέμμα του το φιλί που την ίδια στιγμή ονειρεύεται το αγόρι με τα κλειστά μάτια.
          Το κορίτσι θα ήθελε πολύ να προφέρει λέξεις στην προκυμαία ενός φιλιού. Αδυνατεί όμως να βρει τις δύο τελευταίες λέξεις ενός αγέννητου ακόμη ποιήματος. Του ποιήματος που θα μπορούσε να επαναφέρει το φως στο αδιόρατο βλέμμα του αγοριού.
          Το φως λιμνάζει ακόμη περιμένοντας το σκοτάδι, αναμένοντας τη νύχτα και τις ευεργετικές της ιδιότητες, όπως αυτή που κάνει τα πρόσωπα να φαίνονται άτρωτα, ελκυστικά, σχεδόν ανθρώπινα και στην πιο ακραία λύπη τους.
          Το κορίτσι κοιτάζει το αγόρι και ξαφνικά απλώνει ένα μικρό πηγαίο χαμόγελο μπροστά στο παράθυρο. Είναι η πρώτη ερωτική του πράξη μπροστά στο ακίνητο σώμα του αγοριού που αγνοεί πως χωρίς ποτέ να το επιδιώκει, γίνεται η ενσάρκωση ενός κοριτσίστικου πόθου ικανού να συντρίψει για πάντα τη γραμμοσκιασμένη μελαγχολία των οριζόντων.
          Όλα μοιάζουν τώρα αλλιώτικα, πορφυρά, όπως την ώρα του δειλινού. Είναι γιατί ο έρωτας γεννιέται όπως πρέπει, με τρόπο απόλυτα φυσικό. Το αγόρι βυθισμένο στη σιωπή και το κορίτσι απλώνοντας τη θηλυκή θωπεία του βλέμματός του πάνω στο σώμα του αγοριού, πάνω στην ύπαρξή του όλη, στο παρελθόν του, στο παρόν του, στην απεραντοσύνη των ονείρων του.
          Το βλέμμα του κοριτσιού επιστρέφει στα κλειστά μάτια του αγοριού. Τα κλειστά βλέφαρα παύουν να αντιστέκονται και παραδίδονται στο αέρινο χάδι.
          Το αγόρι ανοίγει τα μάτια, κοιτάζει με αδηφάγο βλέμμα τα μάτια του κοριτσιού, στα οποία αρχίζει να κυλά ένα πηγαίο δάκρυ χαράς, κι αρχίζει να γράφει ένα ποίημα για τα χέρια του κοριτσιού με τα μαύρα μαλλιά που αγωνίζονται για ώρα να αγκαλιάσουν το κοινό τους δειλινό.

Γιάννης Πολιτόπουλος

Τετάρτη, 15 Νοεμβρίου 2017

Μία γόνιμη απουσία

          Στην απαλή προεξοχή μιας ακατόρθωτης σχεδόν απουσίας ο νεαρός άντρας ενδίδει στην απόλυτη, στην κυρίαρχη απουσία μιας γυναίκας.
          Μολονότι το τέλος του Φθινοπώρου αγγίζει τις σκιές της μνήμης του, ο άντρας εμπλουτίζει το βλέμμα του με την ενθύμηση των ακροτελεύτιων βλεμμάτων μιας γυναίκας, η ομορφιά της οποίας υπερβαίνει κάθε πιθανή εκδοχή των ονείρων του ή και των αναζητήσεων ή των προθέσεών του.
          Ο άντρας το γνωρίζει ότι η γυναίκα έχει πια χαθεί, βρίσκεται κάπου μακριά σε κάποια αχνή ακρογιαλιά της αντρικής αδυναμίας του παρελθόντος της.
          Μα η γυναίκα, με όλο το πλήθος των αναμνήσεών της να τη συνοδεύει παντού, βρίσκεται σε μία απροσδόκητα κοντινή απόσταση, όπως θα μπορούσε να συμβαίνει στα πιο γλυκά όνειρα, τα σμιλεμένα από την προσμονή.
          Και για τους δύο η απουσία μοιάζει σα μαγικό σώμα ενός αγέννητου ακόμη ποιήματος.
          Στις εκβολές των ονείρων του άντρα η γυναίκα ενυπάρχει πάντα σαν εικόνα μιας προσμονής που επαναλαμβάνεται και που τη δύναμη της οποίας αγνοούν τόσο ο ίδιος όσο κι εκείνη.
          Πρόκειται για τη σπάνια εκείνη περίπτωση που ακόμη και η άγνοια των προθέσεων του άλλου συνιστά έρωτα και μάλιστα ατελεύτητο.
          Αυτός είναι κι ο κυρίαρχος, ο ηγεμονικός λόγος που τα γυναικεία χείλη επαναπροφέρουν συχνά το αντρικό όνομα και μάλιστα με την ένταση ενός φευγαλέου αλλά πολύ δυνατού κύματος, όπως αυτού του Αιγαιοπελαγίτικου των απαρχών του Χειμώνα.
          Κι αλήθεια, μόνο η θάλασσα με την απεραντοσύνη των κυμάτων της μπορεί να γνωρίζει το χαρακτήρα του μέλλοντος των δύο αυτών προσώπων, τα οποία κάποτε χάθηκαν στη λανθάνουσα βεβαιότητα των παρορμήσεών τους.
          Και δεν απομένει πια παρά η μοναχική ενατένιση του στιγμιαίου ονείρου του άντρα, ο οποίος διαρκώς αναζητά το άπιαστο.
          Ενώ η γυναίκα, πιο γήινη, πιο ανθρώπινη εκείνη, διαλέγεται με το παρελθόν της έχοντας αποδιώξει από τα νεανικά ακρογιάλια της μνήμης της την υπενθύμιση ενός άντρα, το βλέμμα του οποίου δε μπόρεσε ποτέ να ενδώσει στην ενδοχώρα των ονείρων της.
          Έτσι, η μόνη πιθανή, η μόνη ενδεδειγμένη άλλωστε, κατάληξη της ιστορίας τους παραμένει μόνο η δυναμική του τυχαίου.
          Διότι το τυχαίο ταιριάζει ιδιαιτέρως στο τρισδιάστατο πέλαγος της ανθρώπινης ζωής είτε οι άνθρωποι το αποδέχονται λεκτικά είτε το αρνούνται πεισματικά.
          Και γιατί η ζωή τελικά είναι κι αυτή ένα κείμενο που δεν τελειώνει οριστικά όσο ακόμη κι ένας εξακολουθεί να το διαβάζει.

Γιάννης Πολιτόπουλος      

Τετάρτη, 8 Νοεμβρίου 2017

Το σχήμα της σκιάς

Χειμωνιάτικο βράδυ. Μικρό δωμάτιο παλιού σπιτιού με παράθυρο προς τη θάλασσα. Δεξιά στη γωνία, ένα παλιό κρεβάτι στρωμένο με ένα λευκό σεντόνι. Απέναντι, κάτω από το μεγάλο σκονισμένο καθρέπτη ένα μικρό κομοδίνο. Επάνω σ’ αυτό ένα κερί σβηστό. Σκοτάδι. Μια γυναίκα, νέα και όμορφη, με άσπρο φόρεμα, είναι ξαπλωμένη στο κρεβάτι. Ησυχία. Ξαφνικά, μια λουρίδα φεγγαρίσιου φωτός φωτίζει ελαφρά το δωμάτιο. Σε λίγο το φως μετατρέπεται σε φωνή.
Λέει:
«Τότε, τη μέρα που σε έλουζε ο ήλιος στην αμμουδιά και η χρυσή καλοκαιρινή άμμος ήταν ένα χάδι στο βρεγμένο κορμί σου. Τότε,  που είχες δυο στήθη κόκκινα και χείλη ερωτευμένα με τις ηλιαχτίδες. Θα το θυμάσαι που ήσουν ξυπόλητη, ντυμένη με ένα χαμόγελο αθανασίας. Ένα πρόσωπο καθάριο, αδιαίρετο. Πρέπει να θυμάσαι το γαλάζιο ουρανό που έμενε άφωνος από τη νοτισμένη παρουσία σου. Τότε, τη μέρα που κι ένα τυχαίο άγγιγμα ήταν μια επαλήθευση της αιωνιότητας.»
Στο άκουσμα του λόγου αυτού η όμορφη γυναίκα ανοίγει τα μάτια. Ανασηκώνεται και κάθεται στο κρεβάτι με τα μάτια στραμμένα προς το φως που μιλά.
Για λίγο γίνεται σιωπή.
Έπειτα, το φως συνεχίζει το μονόλογό του:
«Θυμάσαι κι εκείνο το λόγο που σου είχε ψιθυρίσει ένας γέρος ψαράς με άσπρα γένια; Έλεγε πως γνώριζε πολλά. Πως πολλά είχε δει στη ζωή του. Όμως τίποτα σαν τα μάτια σου. Τα μάτια σου – έλεγε – είναι  σαν το βυθό της θάλασσας. Ταλαντεύονται από το ίδιο χαμόγελο. Βαθιά μέσα τους ανακαλύπτει κανείς ένα κοράλλι και τις φωταψίες των γυμνών ονείρων. Τα μάτια σου, έλεγε, είναι η ίδια η απεραντοσύνη. Το γλαυκό των οριζόντων.»
Η γυναίκα ακούει προσεχτικά τα μαγευτικά λόγια του φωτός. Ανασηκώνει τα χέρια της. Τα φέρνει στο πρόσωπό της με μία κίνηση θηλυκά απαλή. Αγγίζει ελαφρά τα μάτια της. Για λίγο μόνο. Έπειτα κατεβάζει τα χέρια. Φαίνεται πως θα ήθελε να μιλήσει. Να μιλήσει προς αυτή την άγνωστη φωνή που ακούγεται από την ουράνια θάλασσα και που χαϊδεύει όλη την ύπαρξή της. Τα χείλη της όμως μοιάζουν να αρνούνται. Η γυναίκα εγκαταλείπει την προσπάθεια.
Ακούει ξανά τη φωνή να λέει:
«Κι εκείνον το νεαρό με τις δυνατές πλάτες και τα σκισμένα από την αρμύρα χείλη τον θυμάσαι; Που ώρες ολόκληρες καθόταν πάνω στον ψηλό βράχο και σε κοιτούσε με μάτια διάπλατα, σα να ήσουν ένα θαύμα. Ένα απροσδόκητο καλοκαιρινό θαύμα. Θυμάσαι τι έγραψε κάποιο απομεσήμερο στην άμμο; Εκείνα τα λόγια που το κύμα δεν έσβηνε ποτέ τα δειλινά;»

«Ο έρωτας έχει το σχήμα της σκιάς σου.»

Στο άκουσμα της πρότασης αυτής η γυναίκα σηκώνεται από το κρεβάτι. Περπατά πάνω – κάτω μέσα στο δωμάτιο. Είναι γυμνόποδη. Τα λευκά της πόδια γυαλίζουν στο φεγγαρόφωτο. Ένα χαμόγελο απλώνεται στα χείλη της. Σταματά στη μέση σχεδόν του δωματίου ζώντας μία ευτυχία ανεκδιήγητη.
Η ζωή της καθρεπτίζεται στο ομιλόν φεγγαρόφωτο αποκτώντας μια καινούρια διάσταση, την οποία αδυνατεί να αποτυπώσει ο καθαρός πια καθρέπτης του δωματίου.

Γιάννης Πολιτόπουλος